Αρχική ΣελίδαΧάρτης ΙστοτόπουΧρήσιμοι ΣύνδεσμοιNewsletterΑγγελίεςΕπικοινωνίαΦόρουμ
 
 
main
 
 
16 Ιουν 2019
Είσοδος Χρήστη
Ανάκτηση Κωδικού
Δεν έχετε λογαριασμό;
Εγγραφή
lailias.gif
lailias.gif
oth_ktiria.gif
 
dhpethe3.jpg
banner_mouseio_fusikis_istorias.jpg

banner_mouseio_elias.jpg
 oasis.jpg

deyas.jpg
 weather_serres.jpg
Αρχική Σελίδα arrow Ιστορία arrow Εικονογραφημένη Ιστορία των Σερρών του Βασίλη Τζανακάρη arrow Βουλγαρική Κατοχή

Βουλγαρική Κατοχή Εκτύπωση

Με την είσοδο των Βουλγάρων για τρίτη φορά στην πόλη των Σερρών θα αλλάξει ριζικά για μια ακόμη φορά η ζωή των κατοίκων της. Στις 5 Μαΐου ο Διοικητής του στρατού κατοχής των Νομών Σερρών και Δράμας, συνταγματάρχης Μαντσούκωφ, ειδοποιούσε με ειδική διαταγή τους κατοίκους των περιοχών «προς γνώσιν και συμμόρφωσιν» για για παρακάτω:

«Αριθ. Διαταγής 7/3755

Συμφώνως της ως άνω διαταγής της 3 τρέχοντος του μηνός 1941 του Διοικητού των Βουλγαρικών Στρατιωτικών Αρχών Κατοχής Ανατ. Μακεδονίας και Θράκης από σήμερον 5 Μαϊου 1941 εγκαθίσταται ολοκλήρως η Βουλγαρική και Πολιτική κατοχή άνωθεν της Γραμμής Δοξάτου, ποταμός Αγγίτης, Σταθμός Αγγίστης (εκτός), Τσιφλίκ, Μπάνιτσα, χωρίον Κεφαλάρι, χωρίον Κωνσταντινιά και χωρίον Κρώμνη. Η ίδια Διοίκησις έρχεται επ' ονόματι του ιστορικού δικαίου της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της τάξεως όλων των κατοίκων της περιφερείας ταύτης. Φωτεινόν μέλλον αναμένει όλους τους κατοίκους της ισχυράς και ηνωμένης Βουλγαρίας. Καλώ τους κατοίκους της κατεχομένης ζώνης να είναι εις γνώσιν και ολοκλήρως να συμμορφωθούν εις τας κάτωθι διατάξεις:

1ον) Από σήμερον αι Πολιτικαί και διοικητικαί αρχαί αναλαμβάνουν τα καθήκοντά των.

2ον) Από σήμερον η επίσημος ομιλουμένη και γραφομένη γλώσσα εις όλας τας Δημοσίας υπηρεσίας και παντού θα είναι η βουλγαρική....».

Ακολουθούσαν είκοσι απαγορευτικές διατάξεις με τις οποίες καθορίζονταν οι οικονομικές συναλλαγές των ανθρώπων, η συμπεριφορά και γενικά ο τρόπος ζωής τους, ενώ βαρύτατες θα ήταν οι κυρώσεις σε περίπτωση που κάποιος θα παρέβαινε μια από αυτές. Οι διατάξεις συμπεριλάμβαναν και τις περιπτώσεις εκείνες των βιαιοπραγιών και σαμποτάζ που θα τιμωρούνταν αυστηρότατα. Περισσότερο όμως σκληρές θα ήταν οι "επί μέρους" βουλγαρικές διαταγές που θα κολλούνταν κάθε τόσο στους τοίχους, στα δημόσια καταστήματα, στις πλατείες και στα κεντρικά περάσματα. Μια από αυτές ήθελε την αναγραφή στη βουλγαρική γλώσσα όλων των επιγραφών των καταστημάτων και των δημοσίων ή ιδιωτικών γραφείων μέσα σε χρονικό διάστημα δεκαπέντε ημερών. Φαίνεται όμως πως τα πράγματα δεν πήγαν και τόσο καλά τουλάχιστον από την άποψη της ...καλλιτεχνίας των πινακίδων ή ότι υπήρξε κάποια δυσφορία και καθυστέρηση στην εφαρμογή της διαταγής από μέρους των Σερραίων, γιατί στις 26 Μαΐου τοιχοκολλούνταν η υπ' αριθ. 7 καινούρια και μάλιστα σε σκληρότερη γλώσσα διαταγή, σύμφωνα με την οποία και αφού γινόταν μια σχετική αναφορά στην προγενέστερη, διατάσσονταν «...όπως όλαι αι επιγραφαί να είναι γραμμέναι με καλήν εμφάνισιν και εις ανάλογον μέγεθος προς την τοποθεσίαν του Καταστήματος ή Γραφείου. Τα ονόματα των καταστηματαρχών επίσης δέον να είναι γραμμένα εις την Βουλγαρικήν γλώσσαν, ήτοι ονόματα και επώνυμα να φέρουν Βουλγαρικάς καταλήξεις ως Νικόλα Βασίλεφ και ουχί Νικολάου Βασιλειάδου. Δεν είναι δυνατή η ανάρτησις οιασδήποτε επιγραφής αν δεν προηγηθή έγκρισις παρά της επισήμου Επιτροπής της Δημαρχίας. Η μη εφαρμογή της διαταγής ταύτης θα συνεπάγεται πρόστιμον και κλείσιμον του Καταστήματος».

Ταυτόχρονα σχεδόν με τις πιο πάνω κοινοποιήσεις, οι Βούλγαροι κατακτητές απαγορεύουν την κυκλοφορία σε όλους τους κατοίκους πέρα από τη δύση του ήλιου, διατάζουν η θεία λειτουργία στις πόλεις και στα χωριά να γίνεται στη βουλγαρική γλώσσα, να μνημονεύονται οι βασιλιάδες της Βουλγαρίας και να αναρτηθεί στα γραφεία της Ιεράς Μητρόπολης Σερρών καθώς και στα γραφεία των Εκκλησιαστικών Επιτροπών η εικόνα του βασιλιά των Βουλγάρων Βόρι. Ύστερα αλλάζουν τις ονομασίες των κεντρικότερων οδών και πλατειών καθώς και τις ονομασίες των εκκλησιών, δίνοντας διάφορα δικά τους ονόματα. Για παράδειγμα, η σημερινή εμπορική οδός Ερμού μετονομάζεται σε οδό Μπενίτο Μουσολίνι, η Πλατεία Ελευθερίας σε πλατεία πρίγκιπα Συμεών Τερνόφσκι, η κεντρική οδός Μεραρχίας Σερρών σε οδό Βόριδος του Α' και η ιερά μητρόπολη των Μεγάλων Ταξιαρχών σε μητρόπολη των Μεγάλων Αρχαγγέλων. Στους υπόλοιπους δρόμους αντικαθιστούν τα μέχρι τότε ονόματά τους με αριθμούς. Όσες από τις ελληνικές εκκλησίες δε μπορούν να λειτουργήσουν γιατί οι ιερείς τους δεν ξέρουν βουλγαρικά ή δεν βρίσκεται τελικά κάποιος βούλγαρος ιερέας, κλειδώνονται και τα κλειδιά παραδίνονται στις κατά τόπους βουλγαρικές αρχές. Σε όσες θα επιμείνουν στη λειτουργία τους, σβήνονται τα ελληνικά ονόματα των αγίων και προστίθεται σ' αυτά ένα «εφ» ή ένα «ωφ». Πολλοί κάτοικοι θα πηγαίνουν κάθε Κυριακή πρωί για να παρακολουθήσουν τη θεία λειτουργία στο διπλανό Νεοχώρι, αφού μόνο στην εκεί εκκλησία θα γίνεται αυτή στην ελληνική γλώσσα. Από τα περίπτερα και τα καπνοπωλεία θα πωλούνται μόνο βουλγάρικα τσιγάρα ευτελούς ποιότητας που φέρουν την ονομασία «Πομπένα» (Νίκη). Στη συνέχεια όλοι οι κάτοικοι αναγκάζονται να αλλάξουν τις ταυτότητές τους που έχουν διαφορετικό χρώμα από τις βουλγάρικες, ενώ τους απαγορεύεται να αγοράζουν οτιδήποτε με χρήματα. Κυκλοφορούν έτσι τα θρυλικά κουπόνια που η χρήση τους απαγορεύεται εφ' όσον οι κάτοχοί τους θα είναι Έλληνες στα διάφορα βουλγάρικα πρατήρια και "συνεταιριστικά κέντρα" που ανοίγουν στην πόλη και σε όλες τις κωμοπόλεις, ενώ η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος περνάει στη βουλγάρικη τραπεζική αρμοδιότητα και ονομάζεται "Μπαλγκρόσκια Ναρόντια Μπάνκα». Για την έκτακτη "ενημέρωση" των κατοίκων της πόλης των Σερρών θα χτυπάει σε όλα σχεδόν τα χρόνια της κατοχής ένα τύμπανο («μπαραμπάνι»), από κάποιο βούλγαρο, μπροστά στο καφενείο της "Αίγλη" και στη συνέχεια ο τυμπανιστής θα προβαίνει στη σχετική «ενημέρωση».

Τα πράγματα στα χωριά της περιφέρειας είναι ακόμη πιο άγρια και σκληρά. Εκτός από την κατάργηση των μέχρι τότε ελληνικών κοινοτικών αρχών, κατάσχονται πολλά από τα καλύτερα σπίτια των χωρικών και παραδίνονται σε βουλγαρικές οικογένειες που έρχονται ως ...έποικοι! από το εσωτερικό της Βουλγαρίας. Βούλγαροι χωροφύλακες, αλλά και αγροφύλακες που υποτίθεται ότι θα αποτελούν τα όργανα του νόμου και της αγροτικής ασφάλειας και βούλγαροι δικαστές αντικαθιστούν τους Έλληνες. Κάθε έννοια περί προστασίας του οικογενειακού ασύλου καταργείται «διά της ανά πάσαν ώραν της ημέρας και της νυκτός ενέργειας κατ' οίκον ερευνών υπό το πρόσχημα της ανακαλύψεως δήθεν κεκρυμμένων όπλων και πολεμοφοδίων εν τη πραγματικότητι όμως με σκοπόν και αποτέλεσμα την διαρπαγήν και την λεηλασίαν καθώς επίσης την τρομοκράτησιν του πληθυσμού...». Ταυτόχρονα οι περιουσίες όλων όσων είχαν προλάβει κι είχαν φύγει θεωρήθηκαν «αδέσποτες» και δημεύτηκαν μέσα από τη δυσβάστακτη φορολογία που αντιπροσώπευε το 1/2 της όλης αξίας, κινητής και ακινήτου, των περιουσιακών τους στοιχείων. Το μέτρο εφαρμόστηκε και για ένα μεγάλο επίσης αριθμό Ελλήνων που παρέμειναν στον τόπο τους.

Ακόμη η βουλγάρικη γλώσσα θα μπει ως υποχρεωτική σε όλα τα ελληνικά σχολεία. Τα περισσότερα ελληνόπουλα θα αναγκαστούν έτσι να διακόψουν την παραπέρα εκπαίδευσή τους, ενώ όλες οι δημόσιες υπηρεσίες θα πλημμυρίσουν από βούλγαρους υπάλληλους, που κατά κύματα θα συνεχίζουν να καταφτάνουν στα Σέρρας. Όλα τα επίσημα έγγραφα θα συντάσσονται πλέον στη βουλγαρική γλώσσα. Η κατάσταση θα δημιουργήσει καινούριες και μεγάλες δουλειές για τους βούλγαρους δικηγόρους, που ανοίγουν δικά τους δικηγορικά γραφεία. Στη σερραϊκή αγορά έρχονται τα πάνω κάτω. Για να δουλέψει μια ελληνική επιχείρηση ή ένα εμπορικό κατάστημα, εκτός από τη βουλγάρικη επιγραφή και την εκβουλγαροποίηση του ονόματός του, ο έλληνας ιδιοκτήτης είναι υποχρεωμένος να προσλάβει κι έναν βούλγαρο συνεταίρο και να μοιράζεται μαζί του τα τυχόν κέρδη, όχι όμως και τα έξοδα. Μέσα από αυτόν τον αναγκαστικό συνεταιρισμό θα επιχειρηθεί τελικά με διάφορα μέσα η αναγκαστική αποχώρηση από την επιχείρηση του πραγματικού της ιδιοκτήτη.

Κάθε τι το ελληνικό αρχίζει έτσι και γίνεται παρελθόν, ενώ απελαύνεται το πνευματικό και το επιστημονικό δυναμικό, δηλαδή όλοι σχεδόν οι μορφωμένοι της εποχής. Καθημερινά έρχονται και κυκλοφορούν οι βουλγάρικες εφημερίδες, καθώς και όλα τα έντυπα του κατακτητή και σε λίγο θα κυκλοφορήσει και η εβδομαδιαία εφημερίδα «Βουλγάρικος Νότος» που θα τυπώνεται στα κατασχεμένα τυπογραφεία της ελληνικής εφημερίδας «Η Πρόοδος». Το κατάστημα στη γωνία Μεραρχίας και σημερινής οδού Δ. Σολωμού μετατρέπεται σε πρακτορείο βουλγάρικων εφημερίδων και περιοδικών. Στην πρόσοψή του όσοι θέλουν μπορούν να διαβάσουν στη βουλγάρικη γλώσσα τα θριαμβευτικά για τους Γερμανούς και τους άλλους σύμμαχους των Βουλγάρων «νέα» του πολέμου.

Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα που δημιουργείται σχεδόν από την πρώτη κιόλας μέρα της κατοχής είναι η έλλειψη τροφίμων. Όλα τα είδη πρώτης ανάγκης, αρχής γενομένης από το ψωμί, θα αγοράζονται με τα κουπόνια που θα χορηγεί η βουλγάρικη διοίκηση, ανάλογα με το πόσα άτομα αποτελούν την κάθε σερραϊκή οικογένεια. Κάθε οικογένεια θα δικαιούται μία οκά κρέας το μήνα και κατά τη μέρα της διανομής του θα γίνεται το σώσε! Πολλές φορές μερικά από αυτού του είδους τα ανταλλάγματα της ανθρώπινης επιβίωσης θα είναι ιδιαίτερα πικρά και εθνικά ταπεινωτικά για τις φτωχότερες και τις πλέον υποβαθμισμένες τάξεις των ανθρώπων. Θα ανθίσει έτσι στους αμέσως επόμενους μήνες και στα χρόνια που θα ακολουθήσουν η μαύρη αγορά για ένα σωρό είδη, που όμως θα την υποθάλπουν, αλλά και θα την καλλιεργούν οι ίδιοι οι Βούλγαροι, αφήνοντας μερικά από τα πλέον δυσεύρετα τρόφιμα να διαρρέουν μέσα από δικούς τους ανθρώπους. Συλλέγουν έτσι όσα από τα πλέον πολύτιμα αντικείμενα πρόλαβαν να κρύψουν μερικοί από τους κατοίκους και κυρίως κοσμήματα και χρυσές λίρες, με τα οποία θα προσπαθήσουν να κερδίσουν την επιβίωση της οικογένειάς τους. Η μαύρη αγορά γίνεται παντού, αλλά ως κεντρικός χώρος διεξαγωγής της υπήρξε η περιοχή της σημερινής πλατείας Εμπορίου, που ήταν περισσότερο γνωστή ως "Ταμπάχανα".

Στη συνέχεια καθιερώνεται καθημερινή συγκοινωνία με τρένο για την πρωτεύουσα της Βουλγαρίας, τη Σόφια, και ύστερα γίνεται προσπάθεια να καθιερωθούν ορισμένες βουλγάρικες γιορτές, όπως εκείνη της ...απελευθέρωσης των Σερρών, που οι κατακτητές τη γιορτάζουν μέσα στο Μάρτιο με επισημότητα, παράτες, παρελάσεις, καλλιτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και δεξιώσεις στο Δημαρχείο ή στο μέγαρο της Νομαρχίας. Άλλη γιορτή που θα τιμήσουν με ιδιαίτερη επισημότητα οι βούλγαροι κατακτητές είναι εκείνη του Αγίου Γεωργίου, η "Γιορτή της Ανδρείας", καθώς κι εκείνη των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου. Θα πάρει έτσι η ζωή των ανθρώπων έναν παράξενο, θλιβερό και μελαγχολικό ρυθμό. Οι μέρες ξαφνικά θα μεγαλώσουν και θα γίνουν αβάσταχτες, οι εβδομάδες θα γίνουν πολύ μακριές και οι μήνες σχεδόν ατελείωτοι. O φωτισμός στα σπίτια θα είναι περιορισμένος, η κατοχή και το διάβασμα ελληνικών βιβλίων θα απαγορεύονται αυστηρά και με ποινές ιδιαίτερα σκληρές και εξοντωτικές και μόνη διέξοδος θα είναι κάποιος περίπατος μέχρι το σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης τα πρωινά της Κυριακής και το καφενείο, όπου όμως ο μοσχοβολιστός καφές έχει αντικατασταθεί από ένα μαυροζούμι κατώτερης ποιότητας.

Η πολιτιστική κίνηση και διασκέδαση θα φτάσουν σε μηδενικό σημείο. Ο κινηματογράφος «Κρόνιον» θα παραχωρηθεί σε έναν νεοϊδρυμένο βουλγάρικο φιλανθρωπικό-πολιτιστικό σύλλογο, που έχει την ονομασία «Ντίμτσιο Ντεμπελιάνωφ», ονομασία που δανείζεται και στον κινηματογράφο. Ταυτόχρονα ιδρύεται ομώνυμη βιβλιοθήκη, αναγνωστήριο, βουλγάρικη αστική λέσχη και σύλλογοι επαγγελματιών που θα παίρνουν μέρος σε γιορτές και παρελάσεις. Μέσα απ' όλα αυτά οι Βούλγαροι θα προσπαθήσουν να διοργανώσουν ορισμένες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Είναι μια προσπάθεια ενταγμένη στο γενικότερο πρόγραμμα κάποιας εσωτερικής προπαγάνδας «παραπολιτισμού», μιας και το πρόγραμμα αποικισμού που πάνω του οι βούλγαροι κατακτητές είχαν στηρίξει πολλά από τα όνειρά τους για άλωση του χώρου και της ψυχής των Ελλήνων δεν είχε φέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Μια ευκαιρία, θα λέγαμε, να παρουσιαστούν μέσα από αυτές στα μάτια των Ελλήνων η δήθεν ψυχική και πνευματική καλλιέργεια των βουλγαρικών κοινωνικών τάξεων. Από το πρόγραμμα των ταινιών αμέσως θα αποκλειστούν όλες οι εγγλέζικες κι όταν αργότερα θα μπει και η Αμερική στον πόλεμο, θα απαγορευτούν και όλες οι αμερικάνικες ταινίες, για να συνεχίσουν οι προβολές του με γαλλικές, γερμανικές, ουγγρικές και βουλγάρικες τις οποίες θα φέρνουν από τη Σόφια. Υπεύθυνος για το πρόγραμμα των ταινιών ήταν ο βούλγαρος γυμνασιάρχης Ποπ Ιλίεφ και για μηχανικός του κινηματογράφου θα επιστρατευθεί ο έλληνας Τρύφων Πολυβακίδης. Στην αίθουσά του γίνονταν και άλλες μουσικοκαλλιτεχνικές εκδηλώσεις, που τις παρακολουθούσαν κυρίως οι βούλγαροι δημόσιοι υπάλληλοι, όπως το κοντσέρτο του Χρήστο Ζλάτωφ στις 25 Μαρτίου του 1942. Ο άλλος χειμερινός κινηματογράφος, το "Πάνθεον", είχε μετονομασθεί σε "Σαν Στέφανο" σε ανάμνηση της συνθήκης του 1878, την εφαρμογή της οποίας η Βουλγαρία πάντα ονειρευόταν, αφού μ' αυτήν θα έφτανε μέχρι τη θάλασσα του Αιγαίου. Από τους τρεις «προπολεμικούς» συνεταίρους του «Πάνθεον» δεν είχε πλέον απομείνει κανείς στην πόλη. Όμως και παρά τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν, οι κινηματογράφοι θα συνεχίσουν λίγο πολύ να διασκεδάζουν τους ανθρώπους. Οι προβολές για τους Έλληνες θα είναι μόνο απογευματινές (λόγω της απαγόρευσης της κυκλοφορίας) και οι βραδινές για τους Βουλγάρους.

Τα χρόνια είναι δύσκολα, τα προβλήματα είναι πια ζωής και θανάτου και οι άνθρωποι σκεπτικοί και φοβισμένοι. Ιδιαίτερα για το δικό μας χώρο, που η κατοχή ήταν απείρως πιο βαριά, ο βούλγαρος κατακτητής ιδιαίτερα σκληρός, εκδικητικός και ανελέητος και ο χρόνος πέτρινος, που δε θα λεει να κυλήσει με τίποτα. Οι μέρες που ακολουθούν είναι βαρυφορτωμένες με αίμα. Οι Βούλγαροι καίνε και θύουν χωρίς κανέναν φραγμό και έλεος στην προσπάθειά τους να εκβουλγαρίσουν τον τόπο. Τα βουλγάρικα πολυβόλα που είναι στημένα στις γέφυρες του Στρυμόνα δουλεύουν ακατάπαυτα και τα πτώματα των ανθρώπων που θα επιχειρήσουν να περάσουν "πέρα μεριά" θα επιπλέουν σωρηδόν στην επιφάνεια του νερού. Του κάκου, η επιτροπή Μακεδόνων και Θρακών που συστήθηκε στην Αθήνα προς τα τέλη Μαΐου του 1941 θα διαμαρτύρεται με «μακρόν υπόμνημά» της προς τους πληρεξουσίους του Ράιχ και της Ιταλίας «επί της κατοχής ελληνικών επαρχιών εν Μακεδονία και Θράκη υπό της Βουλγαρίας». Από τον Ιούνιο του 1941 μέχρι τον Ιούλιο του 1943 η επιτροπή είχε υποβάλει στους Γερμανούς και στους Ιταλούς αντιπροσώπους 26 συνολικά διαμαρτυρίες για τη συμπεριφορά των Βουλγάρων «υπερασπίζοντας βήμα προς βήμα τα δίκαια του τυραννουμένου ελληνικού πληθυσμού». Οι διαμαρτυρίες αυτές στέλνονταν ταυτόχρονα και στο διεθνή Ερυθρό Σταυρό.

Από τις πλέον σπουδαίες διαμαρτυρίες ήταν αυτές από τον Οκτώβριο μέχρι και το Δεκέμβριο του 1941, που κατάγγειλαν "την πολιτική της βίαιης ξερίζωσης του ελληνικού πληθυσμού που οι βούλγαροι είχαν συστηματικά αρχίσει να εφαρμόζουν στις επαρχίες μας" μέσα από τις συγκεκριμένες πράξεις θανάτου. Είναι οι μέρες που ακολούθησαν τα γνωστά ως «Τα γεγονότα της Δράμας» και που έδωσαν την ευκαιρία και τη δυνατότητα στους Βουλγάρους να περάσουν "δια στόματος μαχαίρας" τους ελληνικούς πληθυσμούς της Αν. Μακεδονίας, χρησιμοποιώντας στην επιχείρησή τους αυτή πυροβολικό, αεροπλάνα, πολυβόλα "και περισσότερο απ' όλα το φονικότερο όπλο, τους κομιτατζήδες", γράφει ο Α. Ι. Σβώλος. Επί μέρες οι στρατιώτες του Βόρι θα καίνε, θα βιάζουν, θα σκοτώνουν και θα ερημώνουν ανενόχλητοι. Οι ομαδικές σφαγές, τα φρικιαστικά εγκλήματα και η εφιαλτική τρομοκρατία θα είναι τα κύρια χαρακτηριστικά ενός ματωμένου φθινοπώρου για τους κατοίκους της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Μόνο εκεί προς τα μέσα του Νοεμβρίου και ύστερα από αλλεπάλληλες διαμαρτυρίες των διαφόρων οργανισμών, θα συγκινηθούν κάπως οι γερμανικές αρχές και θα στείλουν μία επιτροπή αξιωματικών που "θα μείνει κατάπληκτος από τα βουλγαρικά εγκλήματα και τας κακούργας μεθόδους που εφηρμόσθησαν δια την εξόντωσιν 700.000 Ελλήνων"!


Η «υπό την βίαν των όπλων» απέλαση του δεσπότη Σερρών Κωνσταντίνου

Οι Βούλγαροι ζήτησαν από τον τότε δεσπότη Κωνσταντίνο να είναι έτοιμος για την αναχώρησή του από την πόλη των Σερρών την Τετάρτη, 4 Ιουνίου, στις 4 το απόγευμα. Είχαν προηγηθεί «άγριες κόντρες» ανάμεσα στον έλληνα αρχιερέα και στο διοικητή της βουλγάρικης Ασφάλειας Σερρών Βοδένο Τσάρεφ, καθώς και με το στρατιωτικό διοικητή της πόλης Μαγιόρ Τύρνεφ. Λίγο πριν την αναχώρησή του, ο Κωνσταντίνος κάλεσε το γιατρό Πρόκο, που ήταν άριστος γνώστης της γερμανικής γλώσσας, και μαζί του συνέταξε μια πλήρη και λεπτομερή έκθεση για όλα όσα είχαν προηγηθεί, δηλαδή «της ασκηθείσης επ' αυτού πιέσεως προς λήψιν υπογραφής και εκδίωξίν του και ότι επιθυμεί να μείνη εις Σέρρας εν τω μέσω του ποιμνίου του, να εκτελή τα θρησκευτικά του καθήκοντα». Την έκθεση αυτή με τον Γεώργιο Μαυραντζά, ο Δεσπότης την παρέδωσε στο μοναδικό Γερμανό που εξακολουθούσε να παραμένει στην πόλη των Σερρών, που όμως τον συμβούλεψε «ότι θεωρεί προτιμώτερον να συμμορφωθή προς τας διαταγάς και αργότερον θα εξητάζετο υπό των γερμανών η υπόθεσίς του». Στις 4 μ.μ. ακριβώς, ο βούλγαρος διοικητής της Ασφάλειας έφτασε με δύο βούλγαρους χωροφύλακες κι ένα αυτοκίνητο για να παραλάβουν το Δεσπότη, ο οποίος για μια ακόμη φορά αρνήθηκε να αναχωρήσει. Περισσότερες λεπτομέρειες γι' αυτήν την τελευταία άρνηση του Δεσπότη Σερρών να αναχωρήσει από την πόλη του, μας δίνει ο συγγραφέας Γ. Μαλατάκης:

«...Ούτω έφθασεν η ορισθείσα ημέρα και ώρα, καθ' ην ο ΒούλγαροςΔιοικητής της Ασφαλείας μετά δύο χωροφυλάκων διέταξε να επιβή αυτοκινήτου προς αναχώρησιν. Αντέταξε άρνησιν λέγων "δεν φεύγω" και τούτο ενώπιον πολλών παρευρεθέντων. Τότε ήρξατο νέον υβρεολόγιον μεταξύ των δύο, κατά την διάρκειαν του οποίου ούτος προέβη εις απειλήν σύρων το περίστροφόν του. Εκ των παρευρισκομένων γυναικών ήρξαντο τινες να κλαίουν και όλοι ομού να παρακαλούν να συμμορφωθή προς αποφυγήν του χείρονος. Προ της επιμονής των εδήλωσεν εις τον Διοικητήν ότι θα έφευγε την επιούσαν, πάντοτε ελπίζων να καταφθάση διαταγή τις εξ Αθηνών. O βούλγαρος εδέχθη και την 8ην πρωινήν της Πέμπτης στρατός πολύς εις πυκνήν συστοιχίαν από της Μητροπόλεως μέχρι του τέρματος της πόλεως παρετάχθη, αμέτρητοι χωροφύλακες άλλοι εντός και παρά τη Μητροπόλει και άλλοι κωλύοντες εξ ημίσεος χιλιομέτρου πάσαν προσέγγισιν εις την Μητρόπολιν, επλαισίωναν την ορισθείσαν απέλασίν τσυ. Εξερχόμενος της Μητροπόλεως ύψωσε τας χείρας του προς τον ουρανόν και ηυχήθη να φυλάττη ο Θεός τους χριστιανούς του, να συντρίψη τελικώς τους επιδρομείς και διά της επανόδου του να λήξη η ταλαιπωρία της Μητροπόλεως και του ποιμνίου του και ανεχώρησε συνοδευόμενος μέχρι της γεφύρας του Στρυμόνος υπό ενός βουλγάρου αστυνόμου. Επί της γεφύρας διεβεβαίωσε τον ερωτήσαντα αστυνόμον ότι θα είναι εις την γειτονίαν των εις Νιγρίταν, τα κηρύγματά του θα τα ακούουν, η πνοή του θα είναι αισθητή εις αυτούς, εδήλωσε διά τινός βαρείας φράσεως την προς αυτόν και το Έθνος των αποστροφή του και διήλθε την γέφυραν εις το γερμανοκρατούμενον έδαφος...».
 

Αναζήτηση
android1.gif
 musicfestival2016.jpg
 serres100x.jpg
 aporimata.jpg
 antidhmarxies.jpg
 21111b.jpg
 tilefonikos_katalogos4.jpg
 electronic_services2.gif
 electronic_services_guide2.gif
 banner_diavgeia.png
 wifi4.jpg
apofaseis.jpg




 kadoi.jpg
20dimotiko.jpg
 ehealth.jpg
 teba_copy.jpg
 enclose.gif
 easy_copy.jpg
 
ksg6.jpg
 eco_festival.jpg
 musicfestival2.jpg
 kdbm.gif
 epix2015_copy.jpg
 docpie.jpg
 life_learning.jpg
 
 
 
Developed by OTS S.A.
   ©Copyright 2008 Δήμος Σερρών