Αρχική ΣελίδαΧάρτης ΙστοτόπουΧρήσιμοι ΣύνδεσμοιNewsletterΑγγελίεςΕπικοινωνίαΦόρουμ
 
 
main
 
 
Τρίτη 20 Αυγ 2019
Είσοδος Χρήστη
Ανάκτηση Κωδικού
Δεν έχετε λογαριασμό;
Εγγραφή
lailias.gif
lailias.gif
oth_ktiria.gif
 
dhpethe3.jpg
banner_mouseio_fusikis_istorias.jpg

banner_mouseio_elias.jpg
 oasis.jpg

deyas.jpg
 weather_serres.jpg
Αρχική Σελίδα arrow Ιστορία arrow Εικονογραφημένη Ιστορία των Σερρών του Βασίλη Τζανακάρη arrow Β' Παγκόσμιος Πόλεμος

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος Εκτύπωση
Ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος

Το ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου οι Σερραίοι θα ξυπνήσουν με τον οξύ και εφιαλτικό ήχο της σειρήνας, που θα τους προειδοποιεί για την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Στη μέχρι τότε ξέγνοιαστη και ήσυχη πόλη θα δημιουργηθεί μια ιδιαίτερα ζωηρή κίνηση καθώς μικροί και μεγάλοι θα ξεχυθούν από τα βαθιά χαράματα στους δρόμους, προκειμένου να πληροφορηθούν τα πολεμικά γεγονότα που έχουν κιόλας αρχίσει να τρέχουν. Όλοι όσοι στρατεύονται διαβάζουν από τις διάφορες προκηρύξεις και τις ανακοινώσεις, που έχουν κιόλας τοιχοκολληθεί στους δρόμους, τους τόπους κατάταξής τους ενώ οι περισσότερες σερραϊκές εφημερίδες δεν κυκλοφορούν παρά μόνο ένα μικρό μονόφυλλο τυπωμένο από τη μια του μεριά, ως έκτακτο παράρτημα από την "Πρόοδο". Το παράρτημα αυτό, που κυκλοφορεί στις 10 το πρωί, περιέχει την προκήρυξη του μεράρχου Μάρκου τη σχετική με τη γενική επιστράτευση, καθώς και νουθεσίες για ψυχραιμία και συμμόρφωση των κατοίκων "...προς τας διαταγάς και οδηγίας των στρατιωτικών αρχών".

Στις 4 Νοεμβρίου 1940 (με την υπ' αριθ. πρωτ. 42 «διεύθυνσις δικαστική»), ο στρατιωτικός διοικητής Σερρών υποστράτηγος Βασίλειος Κρυστάλλης απαγορεύει τη λειτουργία των κινηματογράφων και παντός άλλου κέντρου διασκέδασης ύστερα από τις 10 το βράδυ. Ταυτόχρονα ορίζονται με ανακοίνωση της «παθητικής αεράμυνας» τα σπίτια και τα καταλύματα που θα είναι καταφύγια σε περιπτώσεις συναγερμού, στα οποία και απαγορευόταν το κάπνισμα.

Στην ανακοίνωση, που την υπογράφει ο διοικητής της Δημ. Δουκάκης, ως τέτοια αναφέρονται: 1) Το καταφύγιο του καφενείου Αίγλη 2) Του Δημαρχιακού μεγάρου 3) Το ζαχαροπλαστείο Χριστοδούλου 4) Το Διοικητήριο 5) Η νέα κλινική Ζαχαρόπουλου και 6) Οι κινηματογράφοι «Πάνθεον» και «Κρόνιον». Σε ορισμένα σημεία της πόλης έχουν ανοιχτεί και ορύγματα ενώ γίνονται υποδείξεις στους πολίτες να ανοίξουν ορύγματα και στις αυλές των κατοικιών τους «εφ' όσον υπάρχει απόστασις τουλάχιστον 10 μέτρων από της οικοδομής και εις ανοικτούς χώρους πλησίον των οικιών των». Η έναρξη και η λήξη των συναγερμών θα δίνεται "υπό τριών σειρήνων ευρισκομένων εις επίκαιρα μέρη της πόλεως και διά του κώδωνος της Ακροπόλεως. Η έναρξις του συναγερμού θα δίδεται διά ηχήσεως ήτις θα διαρκεί επί εν και ήμισυ λεπτόν με διακοπή, η δε λήξις τούτου θα δίδεται διά ηχήσεως διαρκείας τριών λεπτών". Με ανακοινώσεις δίνονταν από τις πρώτες κιόλας μέρες της κηρύξεως του πολέμου και άλλες «οδηγίες». Με αυτές απαγορευόταν τόσο στα παιδιά όσο και στους ενήλικες να περιφέρονται άσκοπα στην πόλη.

Σταματούσαν έτσι οι βόλτες των μεγάλων και τα ατελείωτα παιχνίδια των μικρών στους δρόμους και τις αλάνες και η πολιτεία έπαιρνε τη σκυθρωπή πολεμική της μορφή. Στις 17 του ίδιου μήνα στη μοναδική εφημερίδα, το «Σερραϊκόν Βήμα», που εξακολουθεί να κυκλοφορεί κατά τακτά χρονικά διαστήματα, διαβάζουμε: «Το "Κρόνιον" λειτουργεί κανονικώς", ενώ συνεχίζονται οι έρανοι για την «Πυτζάμα των τραυματιών μας» και γίνεται έκκληση σε όσους Σερραίους έχουν και μπορούν, να προσφέρουν μπαστούνια για τους τραυματίες μας».

Είχε περάσει κιόλας το πρώτο «μούδιασμα» και οι νίκες των φαντάρων μας γίνονταν αντικείμενο συζήτησης και υπερηφάνειας από σπίτι σε σπίτι για όσους είχαν μείνει πίσω στα μετόπισθεν. Πολλοί από τους κατοίκους ξημεροβραδιάζονταν στα ραδιόφωνα της εποχής, στην προσπάθειά τους να έχουν μια πληρέστερη αντίληψη για το τι ακριβώς συνέβαινε ή προσπαθούσαν μέσα από τις εφημερίδες να πληροφορηθούν όσα λάβαιναν χώρα. Έτσι οι νίκες γιορτάζονταν με ηχηρές κωδωνοκρουσίες, λειτουργίες και παρακλήσεις του κλήρου. Σύλλογοι και σωματεία που κατάφεραν να μη διαλυθούν από την απουσία όσων είχαν στρατευθεί, φρόντιζαν για εράνους, συλλογή ειδών πρώτης ανάγκης καθώς και για επισκέψεις στους πρώτους κιόλας τραυματίες που κατέφταναν στο στρατιωτικό νοσοκομείο, δηλαδή στο κτίριο όπου σήμερα στεγάζεται το 3ο γυμνάσιο στις υπώρειες του Κουλά. Λίγο πιο πάνω από αυτό, στην κορυφή του λόφου, σε μια ειδική σιδεροκατασκευή, κάτι σαν έναν μικρό πύργο του 'Αιφελ, θα δεσπόζει η τεράστια σειρήνα, έτοιμη ν' αρχίσει το εφιαλτικό της ουρλιαχτό, ξεσηκώνοντας τους ανθρώπους και κάνοντάς τους να τρέχουν αλλόφρονες στους δρόμους. Μέσα όμως απ' όλα αυτά η ζωή θα συνεχιστεί στους κανονικούς της ρυθμούς, οι εφημερίδες της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας θα έρχονται όπως πάντα σε καθημερινή βάση με πρωτοσέλιδα τα νέα του πολέμου και εντυπωσιακό φωτογραφικό υλικό από τις νίκες των φαντάρων μας και κάπου-κάπου θα περνάνε μερικοί θεατρικοί σχηματισμοί που θα προσπαθούν να εμψυχώνουν τα λεγόμενα μετόπισθεν με έργα, όπως εκείνο το «Ψηλά στο μέτωπο», μια οπερέτα που παίζεται στον "Ορφέα" με τους Τούλα Δράκου, Νάκο Μιτσούκο - Παπαγεωργίου, Πέρσα Βλάχου, Πόπη Χάρμα, Σεσίλια, Ζάκα, Ζησιμόπουλο και Καπάτο Τα βράδια θα σβήνουν νωρίς τα φώτα ή θα κλείνονται καλά οι χαραμάδες από τα παράθυρα για να αποφεύγονται τυχόν φωτεινές διαρροές και πάντα σύμφωνα με τις οδηγίες της στρατιωτικής διοίκησης, ο κόσμος θα επιμένει να ακούει πολύ ραδιόφωνο και θα περιμένει με αγωνία την εξέλιξη του πολέμου.

Το πρωί της 1ης Ιανουαρίου 1941 και με την ευκαιρία του καινούργιου χρόνου σε όλες σχεδόν τις εκκλησίες της πόλης που θα πλημμυρίσουν από κόσμο, θα διαβαστεί η εξής αυτοσχέδια προσευχή:

"Αγαπητοί εν Χριστώ Αδελφοί.

Η αυτοσχέδιος αυτή Προσευχή εγράφη δια την σημερινήν κατάστασιν μας. Ο στρατός μάχεται υπέρ πίστεως και Πατρίδος και υπέρ της ελευθερίας μας και ημείς ας τον βοηθήσωμεν δια της θερμής μας προσευχής και να παρακαλέσωμεν τον Πανάγαθον Θεόν με την καρδιά μας να μας ελευθερώση από τον εχθρόν μας όσον το δυνατόν γρηγορότερον από αυτόν τον καταστρεπτικώτατον πόλεμον.

Γένοιτο.

Εν Σέρραις τη 1η Ιανουαρίου 1941"


Οι Σερραίοι, όπως και όλοι οι Έλληνες, θα υποδεχτούν με ελπίδες το 1941, ενώ τα σύννεφα πάνω από τα Βαλκάνια ολοένα και θα πυκνώνουν. Από τις 19 Δεκεμβρίου φτάνουν κιόλας στη γειτονική Βουλγαρία οι πρώτοι γερμανοί τεχνικοί και «περιηγητές». Η Σόφια και η Βάρνα γίνονται κέντρα της γερμανικής κατασκοπείας και από τα μέσα του Ιανουαρίου σημειώνονται και αφίξεις στρατιωτικών γερμανικών μονάδων «με πολιτικήν περιβολήν ιδίως αεροπόρων και αλεξιπτωτιστών».

Από το Φεβρουάριο και σύμφωνα με το σχέδιο «Μαρίτα», όπως ονομάσθηκε το σχέδιο της γερμανικής επίθεσης κατά της Ελλάδας που εκπόνησαν οι επιτελικοί του Χίτλερ, όλοι οι βουλγάρικοι δρόμοι που οδηγούν στα ελληνικά σύνορα διαπλατύνονται ενώ ενισχύονται οι γέφυρες προκειμένου να αντέξουν το πέρασμα των βαρέων γερμανικών οχημάτων που καταφτάνουν πια ανοιχτά στη Βουλγαρία ύστερα από την επίσημή της προσχώρηση στο τριμερές σύμφωνο του Άξονα, που το σχετικό του έγγραφο υπογράφεται στο ανάκτορο Μπελβεντέρε της Βιέννης στη 1 Μαρτίου 1941. Ως αντάλλαγμα γι' αυτή την προσχώρηση παραχωρείται στη Βουλγαρία η γιουγκοσλαβική και η ελληνική Μακεδονία, η ελληνική Θράκη καθώς και η ρουμανική Δοβρουτσά. Η υπόσχεση της παραχώρησης γίνεται με επιστολή που δίνει στον τότε βούλγαρο πρωθυπουργό Φίλωφ ο γερμανός υπουργός των εξωτερικών Φον Ρίμπεντροπ.

Όλα αυτά βέβαια δεν είναι δυνατόν να γίνουν γνωστά την ίδια στιγμή, τουλάχιστον στον πολύ κόσμο. Προς το παρόν, ο ελληνικός λαός χαιρετίζει με άφατη χαρά και συγκίνηση για μια ακόμη φορά τις νίκες των φαντάρων του στη Βόρειο 'Ήπειρο, που τσακίζουν τη λεγόμενη "εαρινή επίθεση" των Ιταλών και τους τρέπουν σε φυγή χωρίς σταματημό. Όσοι όμως αυτές τις μέρες μπορούν και παρακολουθούν τα ξένα δελτία ειδήσεων μαθαίνουν πως, σχεδόν με την προσχώρηση της Βουλγαρίας στον Άξονα, οι γερμανικές μηχανοκίνητες φάλαγγες των γερμανών στρατηγών Λιστ και Κλάιστ μπαίνουν με ταχύτητα αστραπής στο βουλγαρικό έδαφος και από εκεί θα συνεχίσουν τη ραγδαία τους κάθοδο μέχρι τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα όπου και θα στρατοπεδεύσουν σε θέση αναμονής. Από το ύψος των οχυρών του Ρούπελ οι Έλληνες αξιωματικοί και οι λιγοστοί φαντάροι που τα υπερασπίζονται θα μπορούν να παρακολουθούν με τις πολεμικές τους διόπτρες κάτω από τον αστραφτερό ανοιξιάτικο ήλιο τις επιθεωρήσεις των γερμανικών σχηματισμών μάχης και τους γερμανούς οδηγούς να ζεσταίνουν πάλι και πάλι τις μηχανές των τεράστιων «πάντσερ» τους, που θα έχουν τις φονικές τους κάνες στραμμένες προς την Ελλάδα.

Η γερμανική επίθεση κατά των οχυρών εκδηλώθηκε το χάραμα της 6ης Απριλίου, ταυτόχρονα με την επίδοση τελεσιγράφου προς την ελληνική κυβέρνηση από μέρους της Γερμανίας. Αλλά, παρά το βιβλικό πυρ, τα οχυρά αντιστάθηκαν στη σιδερόφραχτη γερμανική λαίλαπα που ερχόταν κατά κύματα εναντίον τους μέσα σε σύννεφα πυκνού καπνού και βροχή από οβίδες. Τα άρματα μάχης εφορμούσαν οργώνοντας τις ανθισμένες πλαγιές και τα αδιάβατα μονοπάτια για να ανατραπούν ή να αχρηστευθούν την επόμενη κιόλας στιγμή. Επίλεκτα σώματα στρατού και ειδικά τμήματα αφοσιωμένα μέχρι θανάτου στο Χίτλερ αποδεκατίζονταν και αναγκάζονταν σε αιματηρή οπισθοχώρηση. Ο ορυμαγδός της μάχης απλωνόταν και σκορπούσε τον τρόμο σ' ολόκληρο το σερραϊκό κάμπο. Πελιδνοί και με το φόβο ζωγραφισμένο στα μάτια οι κάτοικοι των κοντινών χωριών άκουγαν τον εφιαλτικό συριγμό των αεροπλάνων, που εφορμούσαν κάθετα, άδειαζαν το θανατηφόρο τους φορτίο στις κορυφές των οχυρών κι ύστερα έφευγαν ανοίγοντας σαν μια τεράστια βεντάλια θανάτου στο γαλάζιο στερέωμα και πάνω από τα νερά του Στρυμόνα, για να ξαναγυρίσουν στα οχυρά και πάλι πολυβολώντας τους ηρωικούς τους μαχητές, που τα υπεράσπιζαν με νύχια και δόντια. Στην πραγματικότητα και με τη σκληρή γλώσσα των αριθμών, οι Γερμανοί χρησιμοποίησαν εναντίον των δεκαεννιά συνολικά τόπων θυσίας, όπως κατέληξαν να γίνουν τα οχυρά με το συνολικό αριθμό των 8.300 υπερασπιστών τους, περισσότερα από 800 στούκας που τα οδηγούσαν έμπειροι, σκληροτράχηλοι και αποφασισμένοι γερμανοί πιλότοι. Την ατμόσφαιρα και το κλίμα της μάχης που μαινόταν από τα βαθιά χαράματα στις κορυφογραμμές του Ρούπελ, δίνουν τα ελληνικά πολεμικά ανακοινωθέντα της ημέρας:

"Από της 5.15 ώρας της σήμερον ο εν Βουλγαρία γερμανικός στρατός προσέβαλλεν απροκλήτως τα ημέτερα στρατεύματα της ελληνικής μεθορίου. Αι δυνάμεις μας αμύνονται του πατρίου εδάφους.... Ισχυραί γερμανικαί δυνάμεις, εφοδιασμέναι με τα πλέον σύγχρονα πολεμικά μέσα, με υποστήριξιν αρμάτων, αφθόνου βαρέος πυροβολικού και πολυαρίθμου αεροπορίας, προσέβαλον από της πρωίας της σήμερον επανειλημμένως τας θέσεις μας, ων αμύνονται μόνον ελληνικαί δυνάμεις λίαν περιωρισμέναι. Καθ' όλην την ημέραν διεξήχθη σφοδρότατος αγών εις τας κυριωτέρας ζώνας της παραμεθορίου προς Βουλγαρίαν περιοχής ιδιαιτέρως δε εις την περιοχήν Μπέλες και την κοιλάδα του Στρυμόνος...".

Στις 9 Απριλίου και ενώ η τιτανομαχία στα οχυρά, συνεχιζόταν, τα μηχανοκίνητα και τα τανκς της στρατιάς του στρατάρχη Λιστ, αφού κατηφόρισαν με ταχύτητα από τη Στρώμνιτσα και τη Γευγελή, βρέθηκαν στα νώτα των Ελλήνων και στις 08.00 τα άρματα της 2ης βαριάς θωρακισμένης μεραρχίας με διοικητή τον αντιστράτηγο Φον Φάιφελ κομμάτιαζαν την ησυχία του ανοιξιάτικου πρωινού με το δαιμονικό θόρυβο των μηχανών τους και έμπαιναν στη Θεσσαλονίκη. Τα μεσάνυχτα της 9 προς 10 Απριλίου και ύστερα από διαταγή του αρχιστράτηγου Αλέξανδρου Παπάγου, που στάλθηκε από το μεσημέρι της 8/4/1941 στο τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας, σταματούσαν οι εχθροπραξίες σε όλο το μέτωπο του Αξιού. Από το βράδυ της 8ης Απριλίου, όταν έγινε γνωστό ότι οι Γερμανοί βρίσκονται κιόλας έξω από τη Θεσσαλονίκη, δόθηκε η διαταγή να εγκαταλείψει την πόλη των Σερρών και η ελληνική στρατιωτική διοίκηση.

Συγκλονιστικές πληροφορίες μας δίνει γι' αυτήν την τελευταία νύχτα ο τότε δεσπότης Σερρών Κωνσταντίνος μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου του: "...Μεταβάς εις το παρά την Μητρόπολιν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον ευρίσκω τα πάντα εν αναστατώσει και τον κ. Καντάν Γενικόν Αρχίατρον. Ούτος μοι λέγει εν ταραχή αυτολεξεί "Γρήγορα εν στρώμα, εν εφάπλωμα, εν προσκέφαλον, μίαν τσάνταν και τίποτε άλλο ". "Τι τρέχει; " τον λέγω. Έξαλλος απαντά: "Φεύγομεν προς το Τζάγεζι και γρήγορα με όλους τους δικούς σου...': 'Αι, είπον, και όταν το πρωί ξυπνήσουν οι Χριστιανοί μου και ερωτήσουν πού είναι ο Δεσπότης και δεν με εύρουν εδώ τι θα σκεφθούν δι' εμέ; ". "Αυτό που κάμεις απαντά είναι ανοησία, πήγανε εις την Στρατιωτικήν Διοίκησιν, εκεί είναι και ο Νομάρχης" υπονοών, ότι έχει γνώσιν η Στρατιωτική Διοίκησις της προτάσεώς του να φύγω μετ' αυτών. Εγώ κατευθύνθην εκεί. Εις τον πρώτον θάλαμον εύρον τον Νομάρχην, ον ηρώτησα αν έχη οδηγίας, να φύγη και επl τη αρνητική απαντήσει του είπον αυτώ, μόλις εξημερώση να πάρη όσους θα μείνουν δημοσiους υπαλλήλους και να έλθουν εις την Μητρόπολιν, όπου και θα στεγασθούν. Ούτω εισέρχομαι εις το Γραφείον του Επιτελάρχου Συνταγματάρχου κ. Πρωτοπούλου. Ο Στρατιωτικός Διοικητής Υποστράτηγος κ. Δημ. Μητσόπουλος είχεν αναχωρήσει προηγουμένως. Παρά τω κ. Πρωτοπούλω ευρίσκοντο οι Διευθυνταί των Τραπεζών Ελλάδος, Εθνικής και Αγροτικής έντρομοι ζητούντες μέσον προς αναχώρησιν. 0 κ. Πρωτόπουλος αποτεινόμενος εις εμέ ερωτήσαντα είπε: "Σεβασμιώτατε οι κ.κ. Διευθυνταί λέγουν ότι έχουν οδηγiας εκ των κέντρων των να φύγουν. Σεις τι θα κάμετε; ". "Εγώ είμαι Αρχιερεύς και θα κάμω ό,τι καθορίζει η ιδιότης μου. Δεν θα επιτρέψω να ξυπνήσουν το πρωί οι Χριστιανοί μου και μη εύρουν τον Αρχιερέαν των...

...Την πρωίαν όσοι απέμειναν εκ των Δημοσlων υπαλλήλων και τινές πολίται συνεκεντρώθησαν εις την Ιεράν Μητρόπολιν όπου εκαλέσαμεν και τους εναπομείναντας χωροφύλακας και τους παρεκαλέσαμεν να κρατήσουν την τάξιν και το έπραξαν. Μόνον εις Σέρρας εξ όλων των Μακεδονικών πόλεων ετηρήθη απολύτως η τάξις...».

Στις 12 Απριλίου έγινε γνωστό ότι τα βουλγαρικά στρατεύματα άρχισαν κιόλας να μπαίνουν στην Αν. Μακεδονία και τη Θράκη και την επομένη στη Σόφια και σε ολόκληρη τη Βουλγαρία έγιναν δοξολογίες «επί τη απελευθερώσει της Μακεδονίας, της Θράκης και των δυτικών επαρχιών» ενώ οι βουλγάρικες εφημερίδες των ημερών εκείνων μιλούσαν για δεσμά του σερβικού και του ελληνικού λαού που τώρα πια έσπασαν και "οι υποδουλωμένοι λαοi της Μακεδονiας και της Θράκης υποδέχονται μετ' ενθουσιασμού τον ελευθερωτήν γερμανικόν στρατόν, όστις προ εικοσαετίας ήτο πάλιν αδελφός των Βουλγάρων εν όπλοις...".

Και τότε ένα τρομακτικό κύμα φυγής θα σαρώσει την πόλη των Σερρών. Ατελείωτες σειρές ανθρώπων διέσχιζαν τους δρόμους και τα μονοπάτια που θα τους οδηγούσαν μακριά από τα μέρη εκείνα που είχαν παραδοθεί στη βουλγαρική επικυριαρχία παρά τις δηλώσεις του γερμανού στρατιωτικού διοικητή, που διαβεβαίωνε περί του αντιθέτου τον έλληνα στρατηγό Μπακόπουλο στη Δράμα. Άλλοι αναχωρούσαν με αυτοκίνητα, άλλοι έφευγαν με τα πόδια στην προσπάθειά τους να ανακαλύψουν ελεύθερα όσα από τα γνώριμα περάσματα του ποταμού Στρυμόνα ήξεραν, άλλοι έφταναν μέχρι τη θάλασσα κι από εκεί με καΐκια και βάρκες προσπαθούσαν να περάσουν προς τα νησιά του Αιγαίου κι άλλοι στοιβάζονταν με ό,τι μπορούσαν να κουβαλήσουν μαζί τους στα βαγόνια της τελευταίας αμαξοστοιχίας, που θα έφευγε στις 10 το πρωί της l2ης Απριλίου από το σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης με κατεύθυνση τη Θεσσαλονίκη. Είχαν κιόλας πληροφορηθεί πως όπου να 'ναι θα έμπαινε για μια ακόμη φορά στα Σέρρας ο βουλγαρικός στρατός και είχαν καταληφθεί από πανικό. Εξάλλου, ιδιαίτερα νωπές εξακολουθούσαν να είναι οι δύο δυσβάστακτες βουλγάρικες κατοχές του 1912-13 και του 1916-18 και τα αιματηρά και οδυνηρά τους αποτελέσματα. Σε όλες τις γέφυρες πάνω από τον ποταμό Στρυμόνα είχαν κιόλας εγκατασταθεί γερμανικές φρουρές που επέτρεπαν όμως ακόμη τη διέλευση των προσφύγων προς τη μεριά της Θεσσαλονίκης. "Ούτω διεπεραιώθησαν πέραν του ποταμού δικαστικοί, δικηγόροι κ.λ.π.", θα γράψει στο ημερολόγιό του ο Κωνσταντίνος.

Στην πραγματικότητα, οι Γερμανοί είχαν επιτρέψει στους Βουλγάρους να μπουν στην Ελληνική Μακεδονία και εν ονόματι δήθεν της «τήρησης της ασφάλειας και της τάξης» να καταλάβουν ολόκληρη την περιοχή ανατολικά του Στρυμόνα εκτός από μια λωρίδα γης κατά μήκος των ελληνοτουρκικών συνόρων, έκτασης 2.800 τετρ. χλμ., που με διοικητική πρωτεύουσα το Διδυμότειχο θα παρέμεινε υπό γερμανική κατοχή. Τους δινόταν έτσι η δυνατότητα να προχωρήσουν σε έναν πραγματικό αφελληνισμό και σε μια ανεξέλεγκτη γενοκτονία των κατοίκων της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, που όμοιά της δεν θα είχε γνωρίσει ποτέ ο τόπος. Κιόλας κυβέρνηση, τύπος και λαός μιλούσαν «περί απελευθερώσεως των Ελλήνων Μακεδόνων και Θρακών και των εγκατεστημένων από εικοσιπενταετίας εις την Θράκην και την Μακεδονίαν Ελλήνων της Σμύρνης, του Πόντου και του Καυκάσου "αδελφών των" από τον ελληνικόν ζυγό».

Το πρωί της 9ης Απριλίου είχε μπει στα Σέρρας πάνω σε ποδήλατο ο πρώτος γερμανός στρατιώτης, για να τον ακολουθήσουν σε λίγο και άλλοι πολλοί Έλληνες τραυματίες και στρατιώτες που οπισθοχωρούσαν και είχαν πλημμυρίσει την πόλη συγκεντρώθηκαν από τους Γερμανούς και κλείστηκαν σε ένα πρόχειρο στρατόπεδο. Για κείνη τη μέρα ο Δεσπότης Σερρών σημειώνει:

«...Διέταξα τον κ. Παπαδόπουλον, Δήμαρχον, να εγκαταλείψη την Δημαρχίαν και εγκατέστησαν εν αυτή τον ιατρόν κ. Γεωργιάδην γερμανόπληκτον. Ο Στρατιωτικός Διοικητής εγκατεστάθη εις την οικίαν του κ. Γ. Κούζα επίσης γερμανοπλήκτου».

Ύστερα, πάνω από την τρομαγμένη πόλη και τους ανθρώπους της, θα πέσει μια παράξενη ηρεμία. Οι Σερραίοι θα περνάνε από τους γνώριμους δρόμους της αγαπημένης τους πολιτείας και κάπου-κάπου θα σταματάνε να διαβάσουν στα ελληνικά τις πρώτες τεράστιες γερμανικές ανακοινώσεις, που έχουν τοιχοκολληθεί στα πιο κεντρικά της σημεία: «Έλληνες, ημείς οι γερμανοί στρατιώται ερχόμεθα όχι ως εχθροί σας. Κανένας άλλος λαός δεν αγαπά και δεν θαυμάζει τόσον την μεγάλην ιστορίαν σας και τον πολιτισμόν σας, όσον ο γερμανικός. Ημείς τιμώμεν και σεβόμεθα τον ηρωϊσμόν σας. Αι συμπάθειαί μας προς σας είναι πάντα αι ίδιαι ως τότε, ότε προ πλέον από 100 χρόνων γερμανικά τάγματα εις την σειράν των αγωνιστών της ελευθερίας Σας επολέμησαν και ένας γερμανός βασιλόπαις, ο υπό σας εκλεχθείς νέος βασιλεύς των Ελλήνων Όθων, ίδρυσεν την κρατικήν βάσιν της ελευθερωθείσης χώρας σας. Όχι ως εχθροί ερχόμεθα ημείς, Έλληνες, αλλά διά να κατανικώμεν την Αγγλίαν, η οποία Σας παρεκίνησεν εις αυτόν τον παράλογον πόλεμον κατά ημών, αναγκάζοντάς σας να παραχωρήσετε εις αυτήν στρατιωτικά στηρίγματα. Όταν η δύναμις της Αγγλίας θα είναι αφανισμένη, τότε και σεις θα είσθε ένας ελεύθερος, ευτυχής λαός εις μίαν ελευθέραν, ευτυχή Ευρώπην».

Είναι η πρώτη γραμμένη στα ελληνικά και στα γερμανικά ανακοίνωση που διαβάζουν σκεπτικοί οι Σερραίοι εκείνο το θαμπό πρωινό της 9ης Απριλίου έξω από το καφενείο «Κρόνιον» και κουνούν θλιβερά το κεφάλι τους. Κιόλας στους δρόμους αρχίζουν να κυκλοφορούν οι πρώτοι γερμανοί στρατιώτες, αλλά όλοι περιμένουν με τρόμο να δουν κάποια στιγμή να ξεπροβάλουν στην είσοδο της πόλης οι πρώτες λαδοπράσινες βουλγάρικες στολές. Γι' αυτό και οι αμέσως επόμενες μέρες θα είναι μέρες αναμονής και έκδηλης αγωνίας για τους κατοίκους.

Στις 22 Απριλίου 1941 ο βουλγαρικός στρατός θα περάσει τη συνοριακή γέφυρα της Κούλας, θα μπει στο ελληνικό έδαφος και την ίδια μέρα θα φτάσει στο Σιδηρόκαστρο. Εκεί ο επικεφαλής του θα διατάξει τον έλληνα Μητροπολίτη Βασίλειο να αναχωρήσει αμέσως για τη Θεσσαλονίκη. Ταυτόχρονα θα συνεχίσει την πορεία του «δια της δημοσίας οδού Σιδηροκάστρου» και στις 23 Απριλίου 1941 θα μπει στην έρημη σχεδόν πόλη των Σερρών από την κεντρική οδό Βενιζέλου με μια κάπως ...«φιλική διάθεση»! Και αυτή τη δήθεν «φιλική» τους διάθεση θα προσπαθήσει να τονίσει και ο ίδιος ο βασιλιάς τους, ο Βόρις, ύστερα από μερικές μέρες όταν θα επισκεφτεί τη γειτονική πόλη της Δράμας: "Οι Βούλγαροι έρχονται στα μέρη αυτά να ζήσουν με τους Έλληνες σαν φίλοι", θα πει εκείνο το θλιβερό απόγευμα της 30ης Απριλίου για να διαψευσθεί όμως τις αμέσως επόμενες μέρες κατά τρόπο τραγικό...
Τελευταία ανανέωση (11.11.08)  

Αναζήτηση
android1.gif
 musicfestival2016.jpg
 serres100x.jpg
 aporimata.jpg
 antidhmarxies.jpg
 21111b.jpg
 tilefonikos_katalogos4.jpg
 electronic_services2.gif
 electronic_services_guide2.gif
 banner_diavgeia.png
 wifi4.jpg
apofaseis.jpg




 kadoi.jpg
20dimotiko.jpg
 ehealth.jpg
 teba_copy.jpg
 enclose.gif
 easy_copy.jpg
 
ksg6.jpg
 eco_festival.jpg
 musicfestival2.jpg
 kdbm.gif
 epix2015_copy.jpg
 docpie.jpg
 life_learning.jpg
 
 
 
Developed by OTS S.A.
   ©Copyright 2008 Δήμος Σερρών